Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΚΑΙ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ

Πριν κάμποσα χρόνια, ένας καλός φίλος, μου είχε ζητήσει να δω τα ποιήματα του. Ετοιμαζόταν να εκδώσει την πρώτη του συλλογή. Τα διάβασα. Του είπα όσο πιο ευγενικά μπορούσα “θέλουν δουλειά'. Ο φίλος, ξέγινε από φίλος μου, δεν μου ξαναμίλησε, όμως δεν εξέδωσε ποτέ καμιά συλλογή.
Δεν μου λείπει, αλλά συχνά θυμάμαι το αιχμηρό του χιούμορ για τα πράγματα.
Ποιός ήμουν όμως εγώ για να τον κρίνω; Γιατί να μην τον ενθαρρύνω με ένα ψέμα που δεν θα μάθαινε κανείς ότι ειπώθηκε; Μήπως απέτρεψα τη γέννηση ενός μελλοντικά αξιόλογου ποιητή ή έπραξα σωστά “προστατεύοντας' την ποίηση από -μια ακόμη- εστία ρύπανσης;
Αυτά με ταλάνιζαν για λίγο καιρό, ώσπου και κατάλαβα: από τέτοιες ιστορίες μπορεί κανείς κάτι να μάθει, όπως το ότι, αν διαθέτεις, ή, αν οι άλλοι πιστεύουν ότι διαθέτεις μια υποτυπώδη δυνατότητα κρίσης, είναι κρίμα να μην την ασκείς ενίοτε δημοσίως ή ιδιωτικώς.
Ας είναι λάθος κάποτε η κρίση σου, το να λουφάζεις ή το χειρότερο, μονίμως να εξωραΐζεις την ασχήμια για να μην ταράξεις κάποιον κύκλο, να μην χαλάσεις κάποια σχέση, δεν είναι πρέπον και μάλλον παραπέμπει σε μια εθελούσια πνευματική λοβοτομή, σε ένα κοινωνικό ευνουχισμό ή ακόμη, σε μια ωμή συνενοχή στην υπόθεση διαιώνισης της μετριοκρατίας αλλά και της ημετεροκρατίας που κυριαρχεί στα λογοτεχνικά και δη στα ποιητικά πράγματα.
Παραπλεύρως και ολόγυρα λοιπόν της ποίησης, αυτής της εκρηκτικής -στις καλύτερες τις εκφάνσεις- χημικής ένωσης ανθρώπου και λόγου, είναι η αλήθεια η δική μας για την ποίηση και τι τη συνιστά τέτοια.
Η ευθύνη μας απέναντι στο ψέμα που βλέπουμε να οχληρεί και εν τέλει να επιτυγχάνει καθημερινούς θριάμβους-πρόσκαιρους έστω-, η ευθύνη μας να μην μένουμε σιωπηλοί.
Οχι σιωπηλοί- στη, δίκην πνευματικής θανατικής καταδίκης, αποσιώπηση και εν τέλει κατασίγαση σημαντικών ανανεωτικών φωνών και της σαγηνευτικής πρωτοτυπίας που εκπέμπει ο λόγος τους. Οχι σιωπηλοί- στην χυδαία αυτοδιακίνηση/ετεροδιακίνηση κατασκευασμένων εκδοτικά/μιντιακά ποιητικών “αυθεντιών' που διαιωνίζουν το εγωκεντρικό τους τίποτα και μαζί, μια επικίνδυνη διασάλευση του αυθεντικού αισθητικού κριτηρίου.
Οχι σιωπηλοί- μπροστά σε εκείνους που αφού ξεμπέρδεψαν με τα υπόλοιπα, μια μέρα καλοείδαν την ποίηση ως ευπρόσιτο μεταφορικό μέσο ανάδειξης και κοινωνικής καταξίωσης της χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα ύπαρξης τους, διότι ποτέ δεν είχαν την πολιτισμική επάρκεια/παιδεία να αντιληφθούν πως πραγματική διάκριση είναι ό,τι επιτυγχάνεται άνευ της συνδρομής κάποιου καλοστημένου σχεδίου. Που χρειάζονται πολλούς να “εκφραστούν' για το “έργο' τους επειδή αυτό δεν δύναται να μιλήσει αφ’ εαυτού, να δώσει αποτύπωμα. Αλλά και επειδή δεν μπορούν να βρουν κάποιον δεσμευμένο στην αλήθεια της ανιδιοτέλειας του για να τους εκθειάσει.
Οχι σιωπηλοί- στο πως σε κατακαίει η ποίηση, μια πορεία μέσα από ασίγαστες και αδάμαστες πυρκαγιές του χρόνου, πορεία όχι αλεξίπυρη, αλλά πυρπολημένη και μια και δυο και τρεις φορές.
Που δεν περατώνεται από τη φυσική ολοκλήρωση του γήινου βίου του ποιητή, τουναντίον, γιγαντώνεται.
Ας στηρίξουμε λοιπόν εκείνους που οι ιδέες τους, οι στίχοι τους, φυτρώνουν σε αυτό το άγονο έδαφος. Ας γίνουμε όχι οι κηπουροί των σπόρων τους, αλλά το εύφορο χώμα της άνθησης τους. Ας μιλήσουμε για εκείνους που χαϊδεύουν άφοβα ή φοβισμένα το σκοτάδι όχι για εκείνους που το αποτελούν.
*Ο ποιητής έχει παντού φίλους. Υπάρχει στις καρδιές των άλλων. Είναι μόνος του και δεν είναι. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχει συναντήσει ποτέ και εν τούτοις είναι μαζί τους. Είναι αθώος, εν τέλει. Πως να το πω πιο απλά… Είναι ένας αδέκαρος που πληρώνει τα χρέη των άλλων…'
Γιώργος Δάγλας, συνέντευξη στα Φτερά Χήνας

*Πανταχόθεν γύρω μας νεκροί κι εμείς γράφουμε για ποίηση. Μήπως είμαστε αναίσθητοι;

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΘΕΥΦ - ΕΞΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εξι ανέκδοτα ποιήματα μου που ανάγονται σε παλιές και νεότερες εποχές, δημοσιευμένα στην τελευταία έκδοση του έγκριτου λογοτεχνικού και κυρίως, θεσσαλονικιού, περιοδικού ΘΕΥΘ. Τους ευχαριστώ (ιδιαιτέρως την ομότεχνη Ζωή Σαμαρά)

ΑΠΡΙΛΗΣ

Τα ξεχασμένα παιδιά
κλωτσάνε μια μπάλα
στην αυλή του σχολείου.
Είναι 3 και 30 ακριβώς
ο ήλιος τέτοιο μήνα είναι συμπονετικός
καψώνει όμως σιγά σιγά
ένα μετά το άλλο
τα ηλιοστάσια του.
Το ξανθό κορίτσι
η μικρή κλειδούχος
ανοίγει παραφυλώντας το κάγκελο
και τρέχει προς τα έξω
για να φέρει κάτι ασήμαντο.
Η πόρτα μένει μισάνοιχτη
ένα παιδί την βλέπει και προλαβαίνει
βγαίνει από τα όρια
και γίνεται σύννεφο
ένα άλλο παιδί κάνει το ίδιο
και γίνεται αστραπή
τα άλλα παιδιά γίνονται σταγόνες και άνεμοι
τα παιδιά πολλαπλασιάζονται
τα παιδιά εξαϋλώνονται.
Κάπως έτσι
εκείνη την ηλιόχαρη μέρα
ξέσπασε
πάνω από την αυλή του σχολείου
μια αλλόκοτη καταιγίδα.
-------
ΤΟΛΜΗΡΟΣ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ
Κάθομαι γυμνός στο παγκάκι της κόλασης
και είναι νύχτα
όμως το σκοτάδι δεν μ αγγίζει.
Κάθομαι διάφωτος
στο παγκάκι της κόλασης
και καταυγάζω την αποτρόπαια νύχτα
επειδή
οι σκέψεις μου
τα πάθη μου
η οδύνη μου
μπορούν πια
να παίξουν
με τους δαίμονες
να τους στριμώξουν
για κανένα-δυο γύρους.
Είμαι γυμνός
αλλά στολισμένος ταυτόχρονα
-σαν επιτάφιος
και σχεδόν θαρραλέος
για κάποια λεπτά.
-------
ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Πήγαμε και χθες σε κηδεία
και ήταν υπέροχα.
Οι μαυροφορεμένοι
μαυροφορεμένοι
οι περισσότερο πενθούντες
οι ελαφρώς θλιμμένοι
οι σοβαροί με τα μαύρα γυαλιά
οι καθηκόντως παρευρισκόμενοι
ο παπάς με τα γυναικεία εσώρουχα
ο στρωτός δήμαρχος
ο στρογγυλός κοινοτάρχης
ο αξιότιμος βουλευτής
με τον τραπεζικό του λογαριασμό
τα μαύρα πουλιά
οι νυχτερίδες- αυτά τα θαυμάσια κατοικίδια
και ο πεθαμένος στη θέση του
ξαπλωτός με ραμμένα βλέφαρα
φορούσε το καλό του κοστούμι
γαλήνιος, μέχρι την ώρα
που το άρωμα μιας άγνωστης γυναίκας
πλημμύρισε αιφνιδιαστικά το ναό
μιας γυναίκας όλο ψυχή και σάρκα
μιας αχαλίνωτης γυναίκας
κατά λάθος ζωντανής μεσ' στους νεκρούς
έκανε να σηκωθεί ο πεθαμένος
αλλά κανείς δεν του άνοιγε το φέρετρο
κανείς περίλυπος
δεν άνοιγε το φέρετρο στον πεθαμένο.
-------
ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Απόψε δεν θα γράψω κανένα ποίημα
διότι το έχεις γράψει εσύ.
Ετσι όπως άστραφταν και ανοιγόκλειναν τα μάτια σου
γράφτηκε το ποίημα
και δεν χρειάστηκε πολλή μαεστρία
μόνο του ράγισε το τσόφλι
και ξεμύτισαν οι στίχοι.
Και ήταν το πιο ωραίο ποίημα
γιατί άρχισε να ιστορεί με λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ
τα 100 χρόνια σιωπής
που θα περάσουν
μέχρι να ξανασυναντηθούμε.
-------
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΧΤΥΠΙΕΤΑΙ ΣΤΑ ΤΟΙΧΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΜΟΥ
Πρέπει κάτι να της έχει συμβεί
διότι οι τοίχοι του σπιτιού της είναι γυμνοί.
Μια φωτογραφία στο πάτωμα
την δείχνει νέα
να χαϊδεύει κάποιον.
Φορούσε μαύρο σκουφάκι
και είχε φυτεμένα
-από χέρι θεού-
ίσια καστανά μαλλιά.
Όμως ως εκεί
καμιά άλλη απτή απόδειξη ότι υπήρξε.
Από το διαβατήριο του χρόνου
λείπει το όνομα της
από τη μυστική γεωμετρία του κήπου
τα δάκτυλα της
με τα παράξενα ρόδα στις απολήξεις
και τα κρίνα που ξεπετάγονταν
από τα στήθη της όταν τα γαργαλούσε
ο κισσός.
Η απουσία της-
κουκούλι
που μεταξώθηκε
από άδειο.
Ανατρέχω σε παλαιότερη Άνοιξη
σε κακογερασμένο Μάη
και με χαρακώνει
μια λεπιδοφόρος κραυγή.
Η φωνή της
-συρματωμένη
στην ενδότερη μνήμη μου
χτυπά σαν χαλασμένο παραθυρόφυλλο
τα αραχνένια της τοιχώματα
πληγιάζεται
θέλει να τα σπάσει
να εισέλθει
στο σφραγισμένο δωμάτιο
της λήθης.
------
ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ
Κάθομαι στην άκρη μιας λίμνης
και ήρεμα κύματα βρέχουν τα πόδια μου
Τα κύματα της λίμνης είναι πάντα ήρεμα
δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν
οι νεκροί τους είναι λίγοι
τυφλοί δύτες τους ανασύρουν προσεκτικά
στα κρεβάτια του ουρανού.
Κάθομαι στην άκρη της λίμνης
και είμαι πια βέβαιος
ότι κάποιος τα ‘χει κάνει όλα καλύτερα
πιο ψυχρά, με δάκρυα κρυστάλλινα σαν σταλακτίτες
και τη αποφασιστικότητα του ρωμαλέου:
ο ξυλοκόπος που χτυπάει το δέντρο στην καρδιά
ο ψαράς χαϊδεύοντας το βγάζει τα μάτια του ψαριού
η ηχώ που μου επιστρέφει
ουρλιαχτά καλύτερά απ εκείνα που τις έδωσα
τα αόρατα χέρια του θεού
-το ένα βάφει κόκκινα τα αυγά του Πάσχα
και τα’ άλλο χτυπάει με λύσσα Το καρφί
να σπάσει
τον αστράγαλο του γιου του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ 

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

POETRY JOURNEY- CROWD 9-14 OF JULY 2016 - GREECE










Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

CROWD, 9-14 OF JULY - POETRY READINGS

Yiorgos Christodoulides (Cyprus)

Crauss(Austria)

Tone Hodnebo (Norway)

Alexandra Salmela (Finland)

Alexis Stamatis (Greece)

Christoph Szalay (Germany)

Mira Tuci (Albania)

July 9 Thessaloniki Outdoor Theatre Thessaloniki Municipal House 8.30pm, July 10 Veroia Synagogue courtyard 8pm, July 11 Lehonia Volos at Thomas's garden 8.30pm, July 12  Delphi Archaeological Site 8.30 pm, July 13 Athens Polis Art cafe 

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

ΠΑΡΑΤΗΡΩΝΤΑΣ....

Παρατηρώντας ξεφυλλισμένα παντζούρια πολυκατοικιών του 70

ερμητικά κλειστά στη διάχυση του φωτός

παρατηρώντας τα κλειστά παράθυρα των ανθρώπων

να αποκρούουν τη ζωή να διεισδύσει

φαντάστηκα τι κάποτε συνέβη μέσα

και έγραψα τα ποιήματα μου

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

ΟΙ ΜΗΤΕΡΕΣ

Μαζεύονται διστακτικά
ίσως γύρω από ένα κίτρινο δέντρο
στερεωμένο σε λόφους που πέθαναν
κι έγιναν σύννεφα
να μην προδοθούν προσπαθούν
—σαν ζωντανοί που κρύβονται—
και περιμένουν ν’ ακούσουν
αν κανείς τούς μνημονεύει
αν κάτι θα λεχθεί γι’ αυτούς
αν επιβεβαιώθηκε
πως κάποτε αγαπήθηκαν.
Όμως
σε λίγους τα επιτύμβια
οι προτομές
τα πάνδημα μνημόσυνα
όπου τους φέρνουν ως παράδειγμα.
Οι περισσότεροι φεύγουν άπραγοι,
επιστρέφουν στο νεκρικό τους δωμάτιο.
Οι μητέρες τους που υπήρξαν παλαιότερα
φροντίζουν να το διατηρούν άθικτο.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

ΣΚΟΡΠΙΑ

Kάθονταν στο παγκάκι. Μιλούσαν ελάχιστα. Αυτό δεν θέλουμε όλοι; Μια γυναίκα να μοιράζεται τη σιωπή μας...


Κανείς και τίποτα δεν χαιδεύει καλύτερα

από το αεράκι του δάσους...

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

ΑΝΟΙΞΑ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Άνοιξα το παράθυρο στον ηλιο 

και μπήκες μέσα μου αναλαφρος και δροσερός 

σαν άνεμος που άγγιξε μια ονειροπαγίδα 

κι αυτή λικνίστηκε


Χαικού άγνωστης ποιήτριας του 19 αιώνα

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

"ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ"

Ανάμεσα, στα αξιόλογα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρό είναι και η ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη που φέρει τον τίτλο «Πληγείσες περιοχές» και συμπληρώνεται με τον επίτιτλο «Γυμνές ιστορίες». Και ομολογώ πως, στα σαράντα τόσα χρόνια που διαβάζω ποίηση, πρώτη φορά συνάντησα βιβλίο με τόσο έντιμο και αποκαλυπτικό τίτλο! Όμως για τον επίτιτλο «Γυμνές ιστορίες» θα επανέλθω στη συνέχεια για ν’ αντιληφθείτε γιατί τον χαρακτήρισα «έντιμο» και «αποκαλυπτικό».
 
Η ποιητική συλλογή «Πληγείσες περιοχές» φαινομενικά παρουσιάζεται σαν ένα βιβλίο που περιέχει απλή και κατανοητή ποίηση. Αυτό όμως είναι παγίδα και αλίμονο

στον αναγνώστη αν πέσει σε αυτή την πλάνη. Θα αποτύχει, χωρίς να μπορέσει να καταλάβει και να νιώσει την απόλυτη ουσία που περιέχει η ποίηση του Χριστοδουλίδη. Γιατί το βιβλίο, όπως διαπιστώνω, είναι καλά δομημένο από το δημιουργό του, όπου στόχευσε και επεδίωξε να φτιάξει και να περιλάβει σε αυτό μια ποίηση από τα πιο άπλα και ταπεινά υλικά, προς Θεού δεν εννοώ ευτελή υλικά, και που στο τέλος, χάρη στη μαστοριά του, μέσα από αυτά τα καταφρονεμένα υλικά της γλώσσας μας, κατορθώνει να μας μυήσει σε μια πανανθρώπινη και αξιοθαύμαστη τέχνη.

Συνεπώς το βιβλίο αντέχει σε πολλές αναγνώσεις. Θέλω να πω επιδέχεται πολλές αναγνώσεις όπου σε κάθε νέα ανάγνωση ο αναγνώστης ανακαλύπτει και κάτι το καινούργιο. Δηλαδή, στο βάθος του βιβλίου, μέσα στις σελίδες του, υπάρχουν πολλοί «μεσότοιχοι» όπου ο αναγνώστης πρέπει να τους γκρεμίσει, είτε με τα χέρια του είτε με την βαριοπούλα, για να εισχωρήσει εντός του και να φθάσει στην ποιητική ουσία του. Γι αυτό ανάφερα προηγουμένως ότι η απλότητα μπορεί να είναι και μία πλάνη για τον αναγνώστη.

Θα προσπαθήσω στην συνέχεια και εν συντομία να δώσω μερικά μόνο χαρακτηριστικά της ποίησης που περιέχει η συλλογή «Πληγείσες περιοχές».
-1ον Όλα σχεδόν τα ποιήματα της έκτης συλλογής του Γιώργου Χριστοδουλίδη ή, οι «γυμνές ιστορίες» του, όπως θέλει να τις αποκαλεί ο ποιητής, που είναι ασφαλώς και η πιο ώριμη του δουλειά του, είναι κατασκευασμένα από στίχους εντελώς απογυμνωμένους, μέχρι που ο αναγνώστης φθάνει στο σημείο να έχει την εντύπωση πως έχει μπροστά του ένα γεύμα από κόκαλα και όχι ένα γεύμα από ψαχνό κρέας. 
«Ναι, έτσι σας θέλω, λιπόσαρκους/ να φαίνονται τα κόκαλά σας», λέει ο Κώστας Μόντης σε κάποιους εφιαλτικούς στίχους του, τους οποίους είχα συνεχώς μπροστά μου όταν διάβαζα τις «Πληγείσες περιοχές».
Δηλαδή, τα ποιήματα του Γιώργου Χριστοδουλίδη στο μεγαλύτερο μέρος τους, είναι χαμηλόφωνα και έχουν το ύφος μιας κουβέντας. Εννοώ πως αρχίζουν σαν μια κουβεντούλα με εξομολογητικό χαρακτήρα, που έχει ταυτόχρονα και τη θέρμη της προφορικής ομιλίας. Αυτή η κουβεντούλα είναι φτιαγμένη από κοινότοπες φράσεις, εντελώς απαλλαγμένη από την επιτήδευση και τη βαρύτητα του αισθήματος, με αποτέλεσμα να διερωτάσαι που είναι η ποίηση σε αυτά τα ποιήματα. Προς το τέλος όμως του ποιήματος, σαν επιμύθιο, και μάλιστα εξαιρετικής πυκνότητας, το ποίημα ολοκληρώνεται με δύο ή τρεις περίτεχνους στίχους, όπου εκει υπάρχει όλη η ποιητική ουσία, ο στοχασμός και ο απώτερος στόχος του ποιητή. Δηλαδή σε αυτό το επιμύθιο κρύβεται και φανερώνεται μαζί η ποίηση.
 
-2ον: Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης, πολλές φορές, στα ποιήματα του, στην εν λόγω συλλογή του, κάνει χρήση της πολυσημίας των λέξεων έτσι που πρέπει να αναζητούμε κάθε φορά με ποια έννοια τις χρησιμοποίησε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ποίημα «Η Φοινικιά».

Τυχαία πριν από χρόνια
βρήκα μια φοινικιά πεταγμένη
στο περιβόλι του πατέρα
ήταν δεν ήταν όσο το χεράκι ενός παιδιού
μην τη φυτέψεις χαμένος κόπος
μου είχε πει
δεν τη βλέπεις;
Την πήρα και τη φύτεψα.
Αν έρθει κανείς τώρα στον κήπο μου
θα δει μια θεόρατη φοινικιά
να ρίχνει κλαδιά στην άυλη του γείτονα
και να τραγουδά
κι όταν με ρωτούν πόσα παιδιά έχω
λέω πέντε και το ένα παραλίγο να πεθάνει.



 
-3ον Στην καινούργια συλλογή του, ο Γιώργος Χριστοδουλίδης αντλεί στοιχεία από την πρόσφατη Ιστορία της Κύπρου, κυρίως από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, τα οποία μεταπλάθει και ενσωματώνει αποτελεσματικά στην ποίησή του.
Η κυπριακή Ιστορία, είτε είναι καταγραμμένη σε βιβλία, είτε είναι προφορική μαρτυρία, από στόμα σε στόμα, άρχισε να καταλαμβάνει χώρο στην ποίησή του, γεγονός που δεν συνέβαινε στην προηγούμενη δουλειά του. Ενδεικτικά αναφέρω τα ποιήματα «Πραγματικοί κερατάδες», με την επεξηγηματική σημείωση στο τέλος του ποιήματος «Σκηνή από την 17η Ιουλίου 1974», «Ο γέρο Γιωρκής», «Το συρτάρι» και άλλα.

4ον Οι ήρωες του Χριστοδουλίδη είναι απλοί, καθημερινοί και ανθρώπινοι. Είναι δηλαδή ζωντανοί και ενδιαφέροντες άνθρωποι, είτε αυτοί είναι τα μικρά παιδιά που παίζουν στην αυλή της πολυκατοικίας ή του συνεργείου επιδιόρθωσης ποδηλάτων, είτε είναι ο καλοκάγαθος τύπος, ονόματι Ανδρέας, που τον συναντά ο ποιητής κάποτε στην υπεραγορά και κάποτε στα δημόσια ουρητήρια ή είναι οι αιωνόβιοι της Ινδίας που «πίνουν νερό και τρώνε ήλιο». Αυτό δείχνει πως για τον αληθινό ποιητή όλα τα υλικά που έχει στη διάθεσή του είναι εκμεταλλεύσιμα, και ότι την ίδια αξία έχει η ανθρώπινη ψυχή σε όποιο κοινωνικό στρώμα κι αν ανήκει. Ο ήρωας του είτε ανήκει στην κατηγορία των πλουσίων είτε ανήκει στην κατηγορία των φτωχών, για τον Χριστοδουλίδη αντιμετωπίζεται με τα ίδια αξιολογικά μέτρα.

5ον: Στη συλλογή κυριαρχεί το δίπολο Ζωη-Θάνατος. Tα στοιχεία αυτά γίνονται ο βασικός νοηματικός ιστός πάνω στον οποίο θεμελιώνονται  αρκετά ποιήματα όπως π.χ το ποίημα «Οι επιζώντες».

6ον: Στην ποίηση του Χριστοδουλίδη υπάρχει μια  παιγνιώδης και αυτοσαρκαστική διάθεση. Εννοώ πως κάνει χιούμορ και λογοπαίγνια στην ποίησή του, που απευθύνονται άλλοτε στον εαυτό του και άλλοτε στον αναγνώστη. Υπάρχουν όμως και σημάδια απογοήτευσης αλλά και έντονης αμφισβήτησης, με αποτέλεσμα να φθάνει στο σημείο ο ποιητης να δηλώνει πως «μόνο οι πραγματικά σκοτωμένοι/ γίνονται σπουδαίοι ποιητές». Όλα αυτά τα στοιχεία όμως, προκαλούν κάποια μαγεία, ερεθίζουν τα συναισθήματα, κινούν το ενδιαφέρον και επιφέρουν έλξη στον αναγνώστη. Ενδεικτικά αναφέρω τα ποιήματα «Χριστούγεννα 2015», «Συγκομιδή», «Όχι πραγματικά σκοτωμένος».

7ον: Ο Χριστοδουλίδης, στην παρούσα συλλογή του, παρουσιάζεται ως ποιητής του Άστεως. Δηλαδή το σκηνικό μέσα στο οποίο λειτουργεί η φαντασία του είναι αυτό της πόλης, όπου εκεί συντελείται η τραγωδία των ανώνυμων ανθρώπων αλλά και η δική του τραγωδία, εκεί δηλαδή που οι άνθρωποι ζουν και πεθαίνουν. Σίγουρα, δεν τον εμπνέει η ύπαιθρος ή, να το πω αλλιώτικα, δεν μπορεί να έχει ποιητικά ερεθίσματα από τη φύση. Παρουσιάζεται σαν ένας αθέατος παρατηρητης όπου από μακρυά ή από ψηλά καταγράφει εικόνες, άλλοτε ευρισκόμενος στην κερκίδες ενός γηπέδου και άλλοτε ευρισκόμενος στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας. Στη συνέχεια, ο ποιητής, στο γραφείο του ή στο εργαστήριο του, γίνεται ο αληθινός χρονικογράφος του καιρού του, εφόσον αυτές τις εικόνες τις καταγράφει στο χαρτί, τις επεξεργάζεται και στο τέλος τις μετατρέπει σε ποιήματα υψηλής αισθητικής.

8ον : Η οργανική πεζότητα που χαρακτηρίζει την τελευταία ποιητική δουλειά του Χριστοδουλίδη φέρνει στη μνήμη μου, έντονα μάλιστα, την ποίηση του κορυφαίου ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Μανόλη Αναγνωστάκη. Με αυτό ασφαλώς δεν εννοώ πως ο Χριστοδουλίδης αντιγράφει ή μιμείται την ποίηση του Θεσσαλονικιού ποιητή. Αντιθέτως, ο επηρεασμός, αν υπάρχει τελικά επηρεασμός,  αυτός παρουσιάζεται αρκετά αφομοιωμένος και χωνεμένος στην ποίησή του.
Ας μην μας διαφεύγει εξάλλου, και η εξής λεπτομέρεια του: Η πρώτη ενότητα της συλλογής του τιτλοφορείται «Το παιδί», όπου περιλαμβάνει ποιήματα εμπνευσμένα ή αφιερωμένα σε παιδιά. Συγκεκριμένα, τα πρώτα τρία ποιήματα, αν δεν κάνω λάθος, ο ποιητής τα αφιερώνει στα παιδιά του. Είναι ποιήματα παραινετικό, γεμάτα στοργή και αλήθειες. Αξίζει όμως να θυμηθούμε πως στη τελευταία συλλογή του Αναγνωστάκη, που τιτλοφορείται «Ο Στόχος», υπάρχει και το υπέροχο ποίημα «Στο παιδί μου...», όπου εκεί ο μεγάλος ποιητής προτρέπει να λέμε αλήθειες στα παιδιά, δηλαδή να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, και όχι με παραμύθια. Έχω την εντύπωση όμως πως αυτή η σύμπτωση δεν είναι τυχαία.

Σε αυτό το απλό σχέδιο προσέγγισης της ποίησης του Γιώργου Χριστοδουλίδη προσπάθησα να φέρω στην επιφάνεια κάποια αδρά χαρακτηριστικά της, όπως τα εισέπραξα διαβάζοντας την τελευταία συλλογή του. Μια ποίηση, όπως ανάφερα, που αναφέρεται σε πράγματα συγκεκριμένα και οι στίχοι της χαρακτηρίζονται γενικά από σαφήνεια και πληρότητα νοήματος. Αυτή η επιτυχία φυσικά οφείλεται σίγουρα στο μεγάλο ταλέντο και το οξύ αισθητήριο του δημιουργού τους, όπου συνδυασμένα με την σκληρή δουλειά και την αφοσίωση κατάφερε να οικοδομήσει μία γνήσια και αληθινή ποιητική φωνή. Αυτά όλα, ασφαλώς, είναι ικανά τεκμήρια για να μας πείσουν πως η ποίηση του Χριστοδουλίδη έχει όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικά για να αντιμετωπίσει το αδυσώπητο χρόνο. Και τώρα και στο μέλλον. Ταυτόχρονα τον κάνει να ξεχωρίζει ως μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές ποιητικές φωνές της γενιάς του.